|

Πρώτα απ’ όλα σας έχω εξαιρετικά νέα… Ω ναι, υπάρχει πιο ακριβή χώρα από την Ελλάδα. Και για να κυριολεκτώ, υπάρχει πόλη που έχει πιο υψηλές τιμές από την Αθήνα. Μιλάω για τη Ζυρίχη και για το τελευταίο ταξίδι που έκανα εκεί την περίοδο των γιορτών. Θέλω να σας περιγράψω την εμπειρία μου, για να καταλάβετε τι είναι να ζεις στην ακριβότερη χώρα του κόσμου, αλλά ταυτόχρονα να νιώθεις ασφαλής, χαρούμενος, ευτυχής και κυρίως να χαίρεσαι κάθε φορά πληρώνεις. Όπως το ακούτε! Γιατί εδώ καταντήσαμε, στην Ελλάδα εννοώ, να πληρώνουμε τα πάντα χρυσάφι, να εισπράττουμε μισθούς πείνας και ταυτόχρονα να μην μπορούμε να ταξιδέψουμε όποτε θέλουμε στα νησιά, στις πόλεις, ακόμη και στο κέντρο της Αθήνας (απεργίες, μετανάστες κ.λπ.).
Λοιπόν, ακούστε μερικά τρελά, που μου συνέβησαν στη διάρκεια της μετάβασής μου στην πανέμορφη χώρα της Ελβετίας. Το ταξίδι μου ξεκινούσε από την Αθήνα στις 5 το απόγευμα και είχε ως προορισμό το Saint Moritz στις 12 το βράδυ. Θα έπαιρνα το αεροπλάνο και μετά θα ταξίδευα με σιδηρόδρομο για 3,5 ώρες. Αυτομάτως μου γεννήθηκε ένα ερώτημα, τι θα τις κάνω τις βαλίτσες και πώς θα προλάβω τα τρένα, καθώς έπρεπε να αλλάξω 3 αμαξοστοιχίες για να φτάσω στο Saint Moritz. Τη λύση τη σκέφτηκαν οι Ελβετοί πριν από εμένα. Τσεκάρισα όλες μου τις βαλίτσες από το Ελ. Βενιζέλος, για να τις παραλάβω στο ξενοδοχείο μου στο Saint Moritz, με extra χρέωση €12 για κάθε βαλίτσα! Το διανοείστε; Την επόμενη ημέρα το πρωί χτύπησαν την πόρτα του δωματίου μου στο ξενοδοχείο, για να μου πουν ότι οι αποσκευές μου βρίσκονται έξω από το δωμάτιο. Προσέξτε, δεν ταξίδευα ούτε business, ούτε είχα κάποια ιδιαίτερη μεταχείριση. Πρόκειται για μια υπηρεσία που λειτουργεί εδώ και μια δεκαετία με συνεργασία της Swiss με τον ελβετικό σιδηρόδρομο. Είναι περιττό βέβαια να σας πω ότι όλα τα εισιτήρια για τη μεταφορά μου με τα τρένα τα έκλεισα μέσω internet. Όσο για τα βαγόνια; Πεντακάθαρα, αναπαυτικά, εξαιρετικά οργανωμένα.
Δεν θέλω να αρχίσω να σας λέω για το Saint Moritz πόσο καταπληκτικό μέρος είναι γιατί θα πλατειάσω. Αυτό όμως που παρατήρησα και θέλω να το μοιραστώ μαζί σας, είναι ότι οι Ελβετοί τον τουρισμό τον έχουν αναγάγει σε επιστήμη. Σου λένε «Κύριε, έρχεστε στη χώρα μας για σκι; Θα σας παρέχουμε τα πάντα για να νιώθετε άνετα και να απολαύσετε τις διακοπές σας». Τα λεωφορεία τους σε άφηναν ακριβώς έξω από τα lifts (σε περίπτωση που έμενες λίγο μακρύτερα από το Saint Moritz). Πώς να σας το εξηγήσω; Φορούσες τις μπότες σου, «τσίμπαγες» τα μπατόν και τα πέδιλα του σκι, έβγαινες από το ξενοδοχείο, περπατούσες 50 μ. και ήσουν μέσα στο lift. Ούτε να παρκάρεις, ούτε να ξεπαρκάρεις, ούτε να ταλαιπωρηθείς, ούτε να σιχτιρίσεις την ώρα και τη στιγμή που βρέθηκες στο βουνό.
Καλά, πέτυχα και κάτι Ελληνάρες, ασύλληπτους. Είναι μια οικογένεια στη reception και η κόρη προσπαθεί να συνεννοηθεί με τον κακομοίρη τον υπάλληλο από πού μπορεί να αγοράσει «φθηνές» μπότες Ugg. Ο άνθρωπος προφανώς δεν καταλάβαινε ή αν θέλετε, δεν ήξερε τη συγκεκριμένη φίρμα παπουτσιών. Τι κάνει λοιπόν η βλαχογκόμενα; Σηκώνει το πόδι και του το πετάει πάνω στο desk της reception. «Αυτές θέλω. Δεν τις ξέρεις; Πού ζεις;». Ο άνθρωπος χαμογελάει και ευγενικά της λέει ότι, δυστυχώς, δεν γνωρίζει για το συγκεκριμένο θέμα. Ήρθε η βλαχάρα -και δεν έχω τίποτα με τους βλάχους- να αγοράσει μπότες στο Saint Moritz. Τι να πω, ρε γαμώτο; Μερικοί άνθρωποι βρίσκονται στον παράδεισο και τους ενδιαφέρει το shopping.
Το νόημα του editorial, όπως καταλάβατε, δεν είναι πώς τα 5 εκατ. των αρτηριοσκληρωτικών και ψυχρών Ελβετών έχουν κάνει τέτοια διαφορά στον τουρισμό, στη βιομηχανία, στις υπηρεσίες και στην ποιότητα ζωής. Το θέμα για εμένα είναι πώς γίνεται εμείς, οι πανέξυπνοι Έλληνες να μην μπορούμε να κάνουμε τη χώρα μας «την Ελβετία του καλοκαιριού». Να αφήσουμε τις ψευτομαγκιές, τους τσαμπουκάδες, την αθάνατη ελληνική μαγκιά που έχει καταντήσει πλέον εθνική μαλακία, να ανασκουμπωθούμε και να προσφέρουμε υπηρεσίες και προϊόντα, αλλά και ευγένεια, καλοσύνη και ανθρωπιά για να μπορέσουμε να εκμεταλλευτούμε τι άλλο; Τη βαριά μας βιομηχανία που είναι ο τουρισμός.
Εύχομαι σε όλους καλή χρονιά και καλή δύναμη για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε το δυσκολότερο έτος από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά.
|